Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Μετερωτισμός ~ #2



Αποσπερίτης. Καθόμαστε στο κρεβάτι, οι ζωγραφιές μου σου είναι αδιάφορες, έχω τραβήξει τις κουρτίνες να μη φαινόμαστε απ’ το δρόμο.

Κοιτιόμαστε κατάματα, κανείς δε μιλάει. Έτσι κι αλλιώς ανταμώνουμε μόνο για να πηδιόμαστε. Τι να πούμε; Θα αρχίσω να σου λέω πάλι, πως δε γουστάρω τέτοια και μαλακίες. Έχω ήδη καυλώσει. Στρίβεις τσιγάρο. Περιεργάζεσαι ένα βιβλίο που έχω ακουμπισμένο πλάι στο κρεβάτι, το όνομα του συγγραφέα δε σου λέει τίποτα, το συλλαβίζεις. Σβήνει ο ήλιος, το δωμάτιο είναι κίτρινο.
Μετά από τόσα φιλιά και χάδια θα με αφήσεις να σου ξεκουμπώσω το παντελόνι, να σε γλύψω. Μη βάζεις το χέρι σου στο κεφάλι μου, δε γουστάρω τέτοια. Το καυλί σου είναι χοντρό, ίσα που μπορώ να το βάλω στο στόμα μου, μυρίζει τη σάρκα σου -δε διαφέρει-.
Μου αρέσει που δε ξυρίζεσαι, που δεν είσαι σα τα αγόρια στις τσόντες του αιώνα μας, και έχεις κάτι το τόσο φυσικό. Κοιτάω το σώμα σου, το πιάνω, φιλάω τη κοιλιά σου. Με κοιτάς περίεργα, δε σου προκαλούν κάποια σεξουαλική εκτόνωση όλα αυτά –γιατί με περιεργάζεται έτσι- λες. Τώρα ένιωσα τη μοναξιά του Καβάφη, αυτό που λέει η Γώγου: «Είμαι χωρίς φύλο και χαρακτηριστικά/Ούτε νάνος ούτε σπανός/Ούτε γυναίκα ούτε πούστης/Είμαι στα μπρούμυτα στα τέσσερα είμαι/Κάτω απ’ τους πάγκους της γης». Γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια όταν σε ρουφάω, δε μπορείς να με βλέπεις; Αυτή είναι η εξώτερη ομορφιά της ασχήμια μου; Σου κρατάω το χέρι την ώρα που το βάζω όλο μέσα, νιώθω λες και είμαι στον οδοντογιατρό, γιατί ρε μαλάκα σου κρατάω το χέρι;


Ύστερα με ρουφάς κι εσύ, ανορθόδοξα, αφοσιωμένος εκεί στο καυλί μου. Σηκώνεσαι, κατεβάζεις το παντελόνι σου, πότε θα γαμηθούμε ολόγυμνοι, νιώθω σα να με βιάζεις ρε. Με στήνεις και μπαίνεις, δε καταλαβαίνεις τίποτα, ούτε αν με πονάς, ούτε τίποτα, φτάνει στον πάτο μου το χοντρό σου καυλί, ούτε που ακούς πόσο πονάω. Τραβιέσαι και χύνεις στην πλάτη μου, στα λακκάκια της ραχοκοκαλιάς μου. Με καθαρίζεις προσεχτικά.


Θα τελειώσω μόνος μου πάλι. Ντύνεσαι, φεύγεις.

Βάζω ένα ποτήρι αλκοόλ –πόσο βρώμικος νιώθω- το νερό ζεστό πάνω μου με ξεπλένει από την ασυδοσία της πράξης μας -ή της πράξης μου το ίδιο είναι για ένα βλέπεις. Τώρα η πόλη θα πέσει να κοιμηθεί, κι εγώ θα ξημερώσω πίνοντας και πίνοντας, με όλα όσα γαμήσαμε σήμερα, να κολάν το πηχτό σπέρμα μας και να πνίγονται. Την κενότητα του εκχυδαϊσμού μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου