Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Μετερωτισμός ~ #3



Στον καναπέ σου. Σπίτι σου. Απόγεμα.

Πάλι ακούς μουσική, παρατηρώ τα χέρια σου που βαστούν τους ρυθμούς. Κάπου βόσκει ένα βινύλιο, η Πορνογραφία του Χατζιδάκι, ανάθεμα ρε αν το χεις ακούσει όλο. Έχω βαρεθεί και συνάμα, άγρια τη βρίσκω να τσακώνομαι μαζί σου για τη μουσική. Όμως αυτή τη φορά παρατηρώ μόνο το μικρό κομμάτι της κοιλιάς σου που φαίνεται ίσα κι ίσα ασπριδερό σημείο καθώς κάθεσαι ξαπλωμένος στον καναπέ. Ύστερα διακρίνεται το καυλί σου που περιγράφεται στο στενό καβάλο, στο γκρι σου τζιν. Δε το έχω δει ποτέ και είναι σα να το έχω δει, έχοντας παρατηρήσει κάθε πτυχή του σώματός σου, το ξέρω, τις φλέβες του, τα πάντα. Ναι, μπορώ να σκεφτώ και να υπολογίσω ακόμα και την λευκότητά του, ή το μέγεθός του, τις λεπτές φλέβες, όπως κι αυτές του χεριού σου –τις έχω μετρήσει πολλάκις-. Με έχει καταστήσει ψυχωτικό όλο αυτό, control freak, η εμμονή μου, πως δε θα μπορούσες ποτέ να με αγαπήσεις όπως εγώ, να με κοιτάξεις ή να με διαβάσεις στα γραφτά μου.

Ναι, φτιάξε μου καφέ. Σε κρυφοκοιτάζω… Πόσο μεθοδικός είσαι και αφηρημένος συνάμα. Έλα να πούμε για τον Ξενάκη και τα πολύτοπα, για τον επιστημονικό σοσιαλισμό και ύστερα, να πάρεις απ’ το τασάκι το τσιγάρο μου –κατά λάθος- θα γλύψεις τα χείλια σου πριν μου μιλήσεις. «Αυτή είναι η γεύση της θλίψης σου» θα μου πεις κοιτώντας με στα μάτια. Να τσακωθούμε ντε για κάνα πολιτικό, να δω τους αδένες του λαιμού σου ερεθισμένους. Να προσπαθήσω να καταστρέψω ό,τι έχω αγαπήσει ή τέλος πάντων ερωτευτεί πάνω σου.

Κι ύστερα, θα μου γελάσεις, θα πας να με φιλήσεις, θα παραδοθείς για μια φορά στις πεθυμιές σου, θα εκτονώσεις κάθε σου ένστικτο μέχρις ως ότου να συσσωρευτεί πάλι μέσα σου σα σπέρμα. Κι εγώ πρέπει να συντρίψω κάτω απ’ τις καύλες σου κάθε μου αγάπη. Γιατί ρε καργιόλη, ένστικτο δεν είναι κι αυτό; Τόσο ενστικτώδες σ’ αγαπώ, σα ζώο. Πώς σε καβαλάνε οι καύλες σου… Όπως το μέτρο τον ποιητή και η ζωή τον αυτοκτονικό…


Είμαστε γυμνοί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένδεια σωματική και τρέμω λες και είναι η πρώτη μου φορά, σα να ‘μαι πιτσιρίκι, σπαρταράω απ’ τη ντροπή μου. Ύστερα η ζεστασιά σου, οι ελιές σου προδίδουν κάθε μου φαντασία ως αληθινή –γελάω-. Χάνομαι στις ανάσες σου, βλακωδώς σα παιδάκι, ξέρω τι θες, μα για πόσο να απολαύσω τη στοργή; Παίρνω τον πούτσο σου στο στόμα μου, έχεις κλείσει τα μάτια, ακούγεται μόνο ο ήχος των χειλιών μου στη τεντωμένη σάρκα που βάζω σχεδόν μεθυσμένα στο στόμα μου. Μη, μη αυτή η λεπτή ανάσα σου σπάει με ένα αχ, με κάποιο επιφώνημα λανθασμένο στη χρήση του. Αύριο θα σαι ο ξένος που θα προσπαθώ να μυήσω στα γραφτά μου, πάλι από την αρχή, όχι άλλες μικρές εκτονώσεις, όχι άλλες φωτιές σε κάδους, σφαίρες στα πόδια, βαρέθηκα να πιάνομαι από τη στιγμή, δε ζω τις εποχές του ζευγαρώματος-ειδικά μαζί σου.
Κι εσύ με τη σειρά σου θα τον πάρεις στο στόμα σου, έχει σχεδόν τη γεύση του τσιγάρου μου, τη θλίψη τη δική μου, ούτε καν που θα καταλάβεις. Ερασιτέχνης στις πίπες, ας είναι, τίποτα δε συγκρίνεται με τη ζεστασιά του σώματός σου. Ποτέ δε πίστευα στις μεθόδους, ανορθόδοξος πάντα και με τη στρατηγική σου μονάχα χαλιέμαι. Θα τελειώσουμε στις κοιλιές μας, τόσο σπέρμα πήγε χαμένο απ’ τη μειχτή συνουσία. Στις κοιλιές μας.
Δε θα με αγκαλιάσεις, δε θα μιλήσεις, θα πάρεις πάλι το τσιγάρο μου, θα γλύψεις τα χείλι σου. Θα ζαρώσω κι εγώ σε μια γωνιά, σαν αγρίμι πριν πεθάνει.



«Δίνω σώμα, δίνω φως, μα πεθαίνω σοφός» έγραψε ο Δαβαράκης.  

Καθώς ντύνομαι θα σου φωνάξω, «τέλειωνε ρε μαλάκα με το τσιγάρο και βάλε να ακούσουμε το γαμημένο το δίσκο, ξεκόλλα με τις μαλακίες που ακούς πια».


Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Ποιηταρίσματα #001




Ω ναι
προπαντός ο τρόπος
που δαγκώνω τα χείλια μου
και όταν ουρλιάζω τελειώνοντας

κοίτα τις μύξες της γένεσης
πηχτές και άσπρες
πως τώρα να σου πω
πως σ αγαπάω;


Μετερωτισμός ~ #2



Αποσπερίτης. Καθόμαστε στο κρεβάτι, οι ζωγραφιές μου σου είναι αδιάφορες, έχω τραβήξει τις κουρτίνες να μη φαινόμαστε απ’ το δρόμο.

Κοιτιόμαστε κατάματα, κανείς δε μιλάει. Έτσι κι αλλιώς ανταμώνουμε μόνο για να πηδιόμαστε. Τι να πούμε; Θα αρχίσω να σου λέω πάλι, πως δε γουστάρω τέτοια και μαλακίες. Έχω ήδη καυλώσει. Στρίβεις τσιγάρο. Περιεργάζεσαι ένα βιβλίο που έχω ακουμπισμένο πλάι στο κρεβάτι, το όνομα του συγγραφέα δε σου λέει τίποτα, το συλλαβίζεις. Σβήνει ο ήλιος, το δωμάτιο είναι κίτρινο.
Μετά από τόσα φιλιά και χάδια θα με αφήσεις να σου ξεκουμπώσω το παντελόνι, να σε γλύψω. Μη βάζεις το χέρι σου στο κεφάλι μου, δε γουστάρω τέτοια. Το καυλί σου είναι χοντρό, ίσα που μπορώ να το βάλω στο στόμα μου, μυρίζει τη σάρκα σου -δε διαφέρει-.
Μου αρέσει που δε ξυρίζεσαι, που δεν είσαι σα τα αγόρια στις τσόντες του αιώνα μας, και έχεις κάτι το τόσο φυσικό. Κοιτάω το σώμα σου, το πιάνω, φιλάω τη κοιλιά σου. Με κοιτάς περίεργα, δε σου προκαλούν κάποια σεξουαλική εκτόνωση όλα αυτά –γιατί με περιεργάζεται έτσι- λες. Τώρα ένιωσα τη μοναξιά του Καβάφη, αυτό που λέει η Γώγου: «Είμαι χωρίς φύλο και χαρακτηριστικά/Ούτε νάνος ούτε σπανός/Ούτε γυναίκα ούτε πούστης/Είμαι στα μπρούμυτα στα τέσσερα είμαι/Κάτω απ’ τους πάγκους της γης». Γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια όταν σε ρουφάω, δε μπορείς να με βλέπεις; Αυτή είναι η εξώτερη ομορφιά της ασχήμια μου; Σου κρατάω το χέρι την ώρα που το βάζω όλο μέσα, νιώθω λες και είμαι στον οδοντογιατρό, γιατί ρε μαλάκα σου κρατάω το χέρι;


Ύστερα με ρουφάς κι εσύ, ανορθόδοξα, αφοσιωμένος εκεί στο καυλί μου. Σηκώνεσαι, κατεβάζεις το παντελόνι σου, πότε θα γαμηθούμε ολόγυμνοι, νιώθω σα να με βιάζεις ρε. Με στήνεις και μπαίνεις, δε καταλαβαίνεις τίποτα, ούτε αν με πονάς, ούτε τίποτα, φτάνει στον πάτο μου το χοντρό σου καυλί, ούτε που ακούς πόσο πονάω. Τραβιέσαι και χύνεις στην πλάτη μου, στα λακκάκια της ραχοκοκαλιάς μου. Με καθαρίζεις προσεχτικά.


Θα τελειώσω μόνος μου πάλι. Ντύνεσαι, φεύγεις.

Βάζω ένα ποτήρι αλκοόλ –πόσο βρώμικος νιώθω- το νερό ζεστό πάνω μου με ξεπλένει από την ασυδοσία της πράξης μας -ή της πράξης μου το ίδιο είναι για ένα βλέπεις. Τώρα η πόλη θα πέσει να κοιμηθεί, κι εγώ θα ξημερώσω πίνοντας και πίνοντας, με όλα όσα γαμήσαμε σήμερα, να κολάν το πηχτό σπέρμα μας και να πνίγονται. Την κενότητα του εκχυδαϊσμού μας.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Υπερμέλλον #1




Ο Ι54 ξύπνησε την ώρα που βίωνε στο έπακρο μια ονείρωξη,  έβγαλε τα οπτικά του γυαλιά και γύρισε σε καθιστή θέση στο κρεβάτι του, μόλις είχε ακράτητα εκσπερματίσει πάνω του. Κατέβασε το χυμένο του σλιπ. Το έφερε στο πρόσωπό του και το μύρισε, το καυλί του ξεκίνησε να σφίγγει και να σκληραίνει. Καύλωνε με τον ίδιο του τον εαυτό. Με το δάχτυλό του επεξεργαζόταν τα σπέρματά του, μειχτά ήταν, άλλα πιο υδαρές και άλλα πιο πυκνά. Όσα στερέωσε στην άκρη του δαχτύλου του τα έφερε στο στόμα του και τα δοκίμασε. Είχαν μια στυφή γεύση.


Μετερωτισμός ~ #1


     Η νύχτα, το σπίτι μου, ο χώρος μου.

Θα μπορούσαμε να γλειφόμαστε για ώρες, αυνανιστικά όπως ερεθίζει ένα σκύλο η διαδικασία αυτή του εαυτού του. Δυνάστες των ηδονών, θα τελειώνεις μέσα μου κι εγώ μέσα σου, όπως ένα άστρο πριν αυτοκτονήσει διαχέεται παντού. Τι κρίμα που δε θα κάνουμε μίαν ευχή.
Τι να σου λέω; Με τσακίζει η υπομονή σου με το πώς στριμώχνεις στο στόμα σου τον γεμάτο φλέβες πρησμένο μου πούτσο, πως το κατεβάζεις βαθιά να συναντήσει τις ραφές τις γλώσσας σου. Μια τεράστια επιμονή, ακούγετε ο ήχος που κάνει το χωρίς κόκαλα κεφάλι μου στο λάρυγγά σου, στις αμυγδαλές σου, που συνοδεύουν την ζεστή ηδονή  μου με το «λιαχ» της αηδίας σου. Το στόμα σου και το άνοιγμά του, σαν ενός φιδιού με σπρώχνει να σου σπρώχνω το κεφάλι όλο και πιο βαθιά όλο και πιο κοντά σε μένα. Εκεί που η μύτη σου συναντά το σημείο κάτω από τον αφαλό μου και τα χίλια σου τη ζαρωμένη σάρκα των αρχιδιών μου.
Πόσο αδηφάγα σε απολαμβάνω και ύστερα με τα δακρυσμένα σου μάτια απ’ τη βαθιά ηδονή, σε φιλάω στο στόμα και νιώθω να εκφυλίζω όλο το σύνδρομο του ζώου που μου εκφράζεις. Κι ύστερα πάλι θα τον πάρεις στο στόμα να ξανά ζεσταθεί, εκεί βαθιά στη μήτρα της φωνής σου. Πόσο σε σιχαίνομαι όταν μου παραχωρείς την εξουσία ˙ χωρίς καν να με αγαπάς. Γίνεσαι ένα κοινό στερεοτυπικό πουστράκι, εκείνο που τσιμπούκωνε σε όλη του την εφηβεία τους άντρακλες συμμαθητές σου, εκείνους που καύλωναν με τα κωλαράκια των κοριτσιών, ανώριμοι και γυμνασμένοι. Μπορούσαν να σε γαμήσουν και αύριο να σε πουν πουστάρα.



Λυπάμαι. Θα τελειώσω πάνω σου ή μέσα σου το ίδιο κι εσύ κάνοντας αυτό το «αχ» στο αυτί μου.
Λυπάμαι. Ομόφυλοι, ερασιτέχνες και πορνευτές.
Λυπάμαι. Τα ξεκαυλωμένα μας μόρια έχουν τη μελαγχολία των προσώπων μας.
Το μεγαλύτερο κενό σε μια ηδονή του τέρατος που ρέπει σε πόνο.
Πόσο μελό, μα μας λυπάμαι.