Στον
καναπέ σου. Σπίτι σου. Απόγεμα.
Πάλι
ακούς μουσική, παρατηρώ τα χέρια σου που βαστούν τους ρυθμούς. Κάπου βόσκει ένα
βινύλιο, η Πορνογραφία του Χατζιδάκι,
ανάθεμα ρε αν το χεις ακούσει όλο. Έχω βαρεθεί και συνάμα, άγρια τη βρίσκω να
τσακώνομαι μαζί σου για τη μουσική. Όμως αυτή τη φορά παρατηρώ μόνο το μικρό
κομμάτι της κοιλιάς σου που φαίνεται ίσα κι ίσα ασπριδερό σημείο καθώς κάθεσαι
ξαπλωμένος στον καναπέ. Ύστερα διακρίνεται το καυλί σου που περιγράφεται στο
στενό καβάλο, στο γκρι σου τζιν. Δε το έχω δει ποτέ και είναι σα να το έχω δει,
έχοντας παρατηρήσει κάθε πτυχή του σώματός σου, το ξέρω, τις φλέβες του, τα
πάντα. Ναι, μπορώ να σκεφτώ και να υπολογίσω ακόμα και την λευκότητά του, ή το μέγεθός
του, τις λεπτές φλέβες, όπως κι αυτές του χεριού σου –τις έχω μετρήσει
πολλάκις-. Με έχει καταστήσει ψυχωτικό όλο αυτό, control freak, η εμμονή μου,
πως δε θα μπορούσες ποτέ να με αγαπήσεις όπως εγώ, να με κοιτάξεις ή να με διαβάσεις
στα γραφτά μου.
Ναι,
φτιάξε μου καφέ. Σε κρυφοκοιτάζω… Πόσο μεθοδικός είσαι και αφηρημένος συνάμα.
Έλα να πούμε για τον Ξενάκη και τα πολύτοπα, για τον επιστημονικό σοσιαλισμό
και ύστερα, να πάρεις απ’ το τασάκι το τσιγάρο μου –κατά λάθος- θα γλύψεις τα
χείλια σου πριν μου μιλήσεις. «Αυτή είναι η γεύση της θλίψης σου» θα μου πεις
κοιτώντας με στα μάτια. Να τσακωθούμε ντε για κάνα πολιτικό, να δω τους αδένες
του λαιμού σου ερεθισμένους. Να προσπαθήσω να καταστρέψω ό,τι έχω αγαπήσει ή
τέλος πάντων ερωτευτεί πάνω σου.
Κι
ύστερα, θα μου γελάσεις, θα πας να με φιλήσεις, θα παραδοθείς για μια φορά στις
πεθυμιές σου, θα εκτονώσεις κάθε σου ένστικτο μέχρις ως ότου να συσσωρευτεί
πάλι μέσα σου σα σπέρμα. Κι εγώ πρέπει να συντρίψω κάτω απ’ τις καύλες σου κάθε
μου αγάπη. Γιατί ρε καργιόλη, ένστικτο δεν είναι κι αυτό; Τόσο ενστικτώδες σ’
αγαπώ, σα ζώο. Πώς σε καβαλάνε οι καύλες σου… Όπως το μέτρο τον ποιητή και η
ζωή τον αυτοκτονικό…
Είμαστε
γυμνοί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένδεια σωματική και τρέμω λες και είναι
η πρώτη μου φορά, σα να ‘μαι πιτσιρίκι, σπαρταράω απ’ τη ντροπή μου. Ύστερα η
ζεστασιά σου, οι ελιές σου προδίδουν κάθε μου φαντασία ως αληθινή –γελάω-.
Χάνομαι στις ανάσες σου, βλακωδώς σα παιδάκι, ξέρω τι θες, μα για πόσο να
απολαύσω τη στοργή; Παίρνω τον πούτσο σου στο στόμα μου, έχεις κλείσει τα
μάτια, ακούγεται μόνο ο ήχος των χειλιών μου στη τεντωμένη σάρκα που βάζω
σχεδόν μεθυσμένα στο στόμα μου. Μη, μη αυτή η λεπτή ανάσα σου σπάει με ένα αχ,
με κάποιο επιφώνημα λανθασμένο στη χρήση του. Αύριο θα σαι ο ξένος που θα
προσπαθώ να μυήσω στα γραφτά μου, πάλι από την αρχή, όχι άλλες μικρές
εκτονώσεις, όχι άλλες φωτιές σε κάδους, σφαίρες στα πόδια, βαρέθηκα να πιάνομαι
από τη στιγμή, δε ζω τις εποχές του ζευγαρώματος-ειδικά μαζί σου.
Κι
εσύ με τη σειρά σου θα τον πάρεις στο στόμα σου, έχει σχεδόν τη γεύση του
τσιγάρου μου, τη θλίψη τη δική μου, ούτε καν που θα καταλάβεις. Ερασιτέχνης
στις πίπες, ας είναι, τίποτα δε συγκρίνεται με τη ζεστασιά του σώματός σου.
Ποτέ δε πίστευα στις μεθόδους, ανορθόδοξος πάντα και με τη στρατηγική σου
μονάχα χαλιέμαι. Θα τελειώσουμε στις κοιλιές μας, τόσο σπέρμα πήγε χαμένο απ’
τη μειχτή συνουσία. Στις κοιλιές μας.
Δε
θα με αγκαλιάσεις, δε θα μιλήσεις, θα πάρεις πάλι το τσιγάρο μου, θα γλύψεις τα
χείλι σου. Θα ζαρώσω κι εγώ σε μια γωνιά, σαν αγρίμι πριν πεθάνει.
«Δίνω σώμα, δίνω φως, μα
πεθαίνω σοφός» έγραψε ο Δαβαράκης.
Καθώς
ντύνομαι θα σου φωνάξω, «τέλειωνε ρε
μαλάκα με το τσιγάρο και βάλε να ακούσουμε το γαμημένο το δίσκο, ξεκόλλα με τις
μαλακίες που ακούς πια».












